Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Volume 4 (σκέτο)

Όπως φαίνεται πάει να μεγαλώσει κάμποσο η ιστορία, αλλά δεν πειράζει... Άλλωστε όταν ακούω Θανάση δεν ξέρω τι με πιάνει!



Τελικά όλες οι κινήσεις είχαν δρομολογηθεί και τακτοποιηθεί. Ένα ταξιδάκι έμενε για τις επόμενες μέρες. Αλλά ήταν ευχάριστο (έτσι τουλάχιστον πίστευε τότε). Κι όμως ακόμα ένοιωθε εκείνο το αρχικό βάρος. Ακόμα είχε εκείνες τις αρχικές αμφιβολίες. Αλλά αυτό που έκανε τα πράματα καλά ήταν μια απόφαση που είχε πάρει. "Δεν μπορούσε να είχε γίνει αλλιώς!".

Παρατηρούσε, εκείνο το βράδυ, το πορτοκαλοκίτρινο χρώμα του αποστάγματος του καβουρντισμένου καλαμποκιού, με το ελαφρύ άρωμα τσέρι. Και τις δύο σβησμένες γόπες στον τοίχο.

Έψαχνε κάτι για να απασχολήσει τον νου. Ήταν μία απ' τις στιγμές που τα πάντα ήταν άδεια. Πιο άδεια και από ένα τελειωμένο κουτάκι μπύρας, από ένα στερεμένο πηγάδι, από έναν βόθρο που μόλις είχε φύγει ο αχόρταγος!

"Είναι τέλειο αυτό το τίποτε", σκέφτηκε. Κι όμως η σκέψη αυτή ήταν που ξαναγέμισε τον νου. Και μετά άρχισε να σκέφτεται "Τι άσχημο που είναι. Τι άσχημο που είναι να μην μπορείς να περιγράψεις αυτό το αίσθημα της κενότητας, αφού και μόνο που το σκέφτεσαι παύεις να το έχεις".

Αυτό βασάνισε τον νου κάμποση ώρα. Ταυτόχρονα το πορτοκαλοκίτρινο εκείνο χρώμα είχε πια γίνει ένα ξενέρωτο καφέ - διαφανές το ποτήρι βλέπετε. Βέβαια οι γόπες παρέμεναν στον τοίχο - ποτέ δεν κουνιόντουσαν άλλωστε.

Ξέφυγε απ' την σκέψη, αλλά η κενότητα εκείνη δεν μπόρεσε να επανέλθει. Βέβαια ήλθε η εικόνα μια καταπράσινης κοιλάδας, κάπου στην Πίνδο. Καταπράσινης, με απόκρημνους γκρεμούς, άγρια ρυάκια (πολύ αντιφατικό το έβρισκε) αλλά και πολύχρωμα ζώα. Ή καλύτερα, μουντώς πολύχρωμα ζώα!

Και μετά η εικόνα μια ιστορίας ενός χρόνου παλιάς. Αλλά τόσο ενδιαφέρουσα που έμελε να κρατήσει συντροφιά ως και τον ύπνο! Έτσι κι αλλιώς ο ύπνος δεν θα κρατούσε πολύ. Οι υποχρεώσεις θα τον διέκοπταν γρήγορα...

1 σχόλιο: