Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Φθινοπωρινές πια, σκέψεις (και κινήσεις) volume 3

Το ίδιο βράδυ - αφού νύχτωσε, και το προηγούμενο μέλλον έγινε παρελθόν, αλλά το υπόλοιπο μέλλον συνέχιζε να είναι μέλλον, πήρε τον δρόμο προς τα ανατολικά.

Καθώς περπατούσε έπαιζε με το μπρελόκ-μπάλα που είχε. Έβλεπε καθρέπτες να περνάνε από δίπλα, από δεξιά συγκεκριμένα. Δεν άντεξε και έσπασε δυο-τρεις. Γιατί να έβαζαν τους καθρέπτες εκεί; Δεν ήταν εκεί η θέση τους...

Δρόμους πέρασε, λοιπόν, χρωματισμένους άσπρους και ασφαλτί, ώσπου έφτασε. Δεν είδε κόσμο. Δεν είδε κανέναν. Παρά μόνο ένα κουτί παρατημένο στο κέντρο, και λίγο δεξιά, του χώρου.

Δεν ήθελε να το περιεργαστεί - περίεργο! Ήθελε απλά να δει αυτό που έπρεπε να ήταν εκεί. Περίμενε κάμποσο, καθώς παράλληλα παρατηρούσε τα κουνούπια να πλησιάζουν και να κάθονται στα πόδια - στις γάμπες επί το πλείστων. Να ναρκώνουν την περιοχή. Να πίνουν το αίμα. Και να φεύγουν.

Δεν κατάλαβε τελικά πόση ώρα πέρασε αλλά κανένας δεν είχε εμφανιστεί! Αποφάσισε να διώξει το τελευταίο κουνούπι - είχε κάτσει στο δεξί χέρι, λίγο κάτω απ' τον αγκώνα, αυτή την φορά.

Σηκώθηκε. Πέρασε ξανά απ' τους δίχρωμους δρόμους, και τους καθρέπτες. Παραδόξως αυτούς που είχε σπάσει τους είχαν αντικαταστήσει. Με άλλους. Όχι όμοιους, αλλά παρόμοιους. Και τελικά έφτασε στην ίδια μπαλκονόπορτα με πριν... Η παρένθεση είχε κλείσει.


Ξανά-συνεχίστηκε (και μπορεί να συνεχίσει να συνεχίζεται!)

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Καλοκαιρινές σκέψεις (και κινήσεις) volume 2

Και τελικά αυτή η αναμονή είχε τελειώσει. Και όχι πρόσφατα. Είχε περάσει κοντά ένας μήνας. Βέβαια οι σκέψεις για το μέλλον δεν είχαν φύγει ακόμα. Απλά είχαν παραμεριστεί, ένεκα των περιστάσεων. "Νέοι φόροι-Νέα μέτρα-Πέτα και καμία πέτρα" που λέει και το σύνθημα. Αυτό ήταν ο λόγος - μεταφορικά ίσως - που είχε οδηγήσει στον παραμερισμό των πάντων.

Και μέσα σ' όλη αυτή την ακαταστασία του νου, αυτό που έμελε να μείνει για πάντα, ήταν κάτι που τόσο συχνά συνέβαινε τον τελευταίο καιρό.

Ήταν δύο άνθρωποι. Ούτε μεγάλοι, αλλά ούτε και παιδαρέλια. Έψαχναν στον από κάτω κάδο. Βρήκαν 2-3 κουρέλια. Τα είχε πετάξει πρωτύτερα σε ένα βιαστικό ξεκαθάρισμα στο σπίτι. Και τώρα τα πήραν αυτοί, και τα έβαλαν μέσα σε μια μισοσχισμένη πλαστική σακούλα που την είχαν βρει και αυτή στον κάδο.

Την σκηνή την παρατηρούσε μέσα απ' την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Είχε κάτσει κοντά της, γιατί έκανε και ζέστη. Πριν την μπαλκονόπορτα όμως βρισκόταν άλλα παράθυρα. Δεκάδες παράθυρα. Και σ' ένα απ' αυτά έβλεπε κάποιον να χάνει την αξιοπρέπειά του, ενώ αυτός νόμιζε ότι απλά ήταν αστείος.

Επί ώρα αναλογιζόταν ποιο απ' τα δύο ήταν πιο τραγικό. Το χάσμα ανάμεσα στον τρόπο επιβίωσης ή το χάσμα ανάμεσα στον τρόπο αντίληψης των γεγονότων. Πουθενά δεν κατέληξε.

Σκέψεις του τύπου "Η παιδεία φταίει", "Η κακούργα η κοινωνία φταίει", "Οι Γερμανοί φταίνε" περνούσαν γρήγορα απ' το μυαλό, αλλά απορρίπτονταν. "Αποκλείεται να είναι τόσο απλό" σκεφτόταν την αμέσως επόμενη στιγμή. Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί σύνθετα. Τα πάντα ήταν άτακτα διασκορπισμένα στο μυαλό, και το ένα έφερνε το άλλο χωρίς ουσιαστικά κάτι να οδηγούσε σ' ένα συμπέρασμα.

Και εκεί που τα πράματα είχαν ξεφύγει εντελώς - κάτι για το ξύλο την προηγουμένη σκεφτότανε - άκουσε το κουδούνι. Ήξερε ποιος ήταν. Θα άνοιγε με χαρά. Και αυτό έκανε! Μάλλον δεν θα προλάβαινε να δει που θα οδηγούσαν οι σκέψεις για τον μέλλον. Το μέλλον είχε έρθει...



continued (τελικά...)