Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

Κόλαση: Ο Παράδεισος του Τίποτα

Σε μια απ’ τις δεκάδες ηλίθιες αμπελοφιλοσοφικές σκέψεις-συζητήσεις με τον εαυτό μου, κατάφερα να καταλήξω στην παρακάτω, κατά την γνώμη μου, πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση. Ότι “η κόλαση είναι ο παράδεισος του τίποτα”. Αναρωτιόνταν, κάποιοι φίλοι γιατί να ισχύει κάτι τέτοιο, και γενικά ποιος είναι ο δρόμος που με οδήγησε σ’ αυτό, και για τον λόγο αυτό εξηγούμαι.

Σκεφτείτε πραγματικά τι αντιπροσωπεύει η κόλαση (ή με όποιο άλλο όνομα αυτή εμφανίζεται κατά καιρούς στις διδαχές διάφορων θρησκειών) για τον “πιστό”. Αντιπροσωπεύει εν γένει την παντελή απουσία του εκάστοτε “Θεού”, έτσι ώστε οι πιστοί, να ζήσουν για το υπόλοιπο τις αιώνιας ζωής τους (ή κάποιο μέρος αυτής), μακριά από την αγάπη και οτιδήποτε άλλο προσφέρει ο “Θεός”. Άσχετο βέβαια το ότι σε διάφορες θρησκείες, κυρίως λόγου χαμηλού επιπέδου μόρφωσης των “πιστών”, η κόλαση παρουσιάζεται ως ένα μέρος όπου οι “κακοί”, καίγονται αιώνια σε καζάνια με βραστό νερό. Αυτό γίνεται με μόνο σκοπό την εκφόβιση των “πιστών”, με έναν τρόπο ποιο πειστικό, και κοντά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον υλικό κόσμο, έτσι ώστε να αποφύγουν τις αμαρτίες και γενικώς να κάνουν ενάρετη ζωή.

Επανερχόμενος στο αρχικό θέμα, και κάνοντας ένα μικρό λογικό άλμα, η κόλαση, αφού περιγράφει την απουσία του “Θεού”, περιγράφει το τίποτα. Ένα άδειο σύμπαν χωρίς καθόλου υλικά αντικείμενα, αλλά και χωρίς καθόλου ιδέες, γνώση, και αυτό που διάφοροι ονομάζουν αγάπη.

Και δω έρχεται η μεγάλη σύνδεση. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου έρχεται όταν βρίσκεσαι κοντά στον “Θεό”, και όταν έχεις τα πάντα που έπονται αυτού (υλικά και πνευματικά αγαθά); Ή μήπως η γαλήνη έρχεται όταν πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα; Όταν απλά η ψυχή είναι ελεύθερη να κάνει τα πάντα, και τα πάντα είναι ένα τίποτα;
Όταν δεν έχει να επιλέξει ανάμεσα στα πάντα (ακόμα και αν έχει μια αιωνιότητα μπροστά τις ώστε να μπορέσει να περάσει και να κάνει τα πάντα), αλλά ανάμεσα στο τίποτα; Όταν δηλαδή το δίλημμα της επιλογής και οι φόβοι που το ακολουθούνε έχουν εξαφανιστεί.

Για μένα η απάντηση είναι σαφής, και φαίνεται στον τίτλο του κειμένου. Για σας;



Βέβαια όλα αυτά, προϋποθέτουν την, εκ των προτέρων, αποδοχή μιας πνευματιστικής υπόστασης στην πραγματική ζωή, καθώς και την αποδοχή της ζωής μετά τον θάνατο.
Χωρίς βέβαια αυτή η υπόσταση να είναι εν γένει αποδεκτή από μένα...

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Έκθεση Ιδεών

Τι έκανα το καλοκαίρι. Πάντα μας το ρωτούσε η δασκάλα την πρώτη μέρα στο σχολείο. Πολλές φορές γράφαμε και το πρώτο “σκέφτομαι και γράφω” μ’ αυτό το θέμα. Και μιας και έγινε συνήθεια τόσα χρόνια πίσω απ’ τα θρανία, δεν μπορώ να μην το κάνω και φέτος. Σε ψηφιακή μορφή βέβαια, αλλά τι να κάνουμε, εξελίσσεται η τεχνολογία...

«Το καλοκαίρι μου άρχισε, μόλις τελείωσαν τα σχολεία. Το δικό μου σχολείο δεν είναι πλέον σαν το σχολείο που πάνε τα άλλα παιδάκια. Δεν τελειώνει στις 15 Ιουνίου, αλλά όποτε του καπνίσει. Φέτος τελείωσε στις 25 Ιουνίου -τυχεροί ήμασταν, δε λέω, άλλες φορές τελείωνε και Ιούλιο.

Μόλις τελείωσε το σχολείο, πήγα να δω την μάνα μου, τον πατέρα μου, τον αδερφό μου, την γιαγιά μου, τον παππού μου, την άλλη την γιαγιά μου, τον άλλο τον παππού μου, μια θεία μου, που βάφτιζε ένα ξαδελφάκι μου. Δεν θυμάμαι πως το είπαν. Δεν μπήκα μέσα στην εκκλησία. Την φοβάμαι την εκκλησία. Ειδικά εκείνον τον κυριούλη με τα μακριά γένια, που λέει τραγουδιστά κάτι αρχαίες λέξεις. Μια φορά, άλλη, που είχα πάει στην εκκλησία, τίποτα δεν είχα καταλάβει.

Μετά, η μαμά μου, με άφησε και πήγα μια βδομάδα διακοπές με τους φίλους μου. Ήταν πολύ ωραία. Κάναμε 5 μπάνια (εγώ 2 έκανα, αλλά οι άλλοι πιο πολλά). Έφαγα και 7 παγωτά στις διακοπές. Πρώτη φορά ήταν που έτρωγα ένα παγωτό την μέρα. Ήταν πολύ όμορφα.

Μετά που γύρισα απ’ τις διακοπές ξαναπήγα στο σπίτι μου. Αλλά μετά ο μπαμπάς μου με έβαζε συνέχεια να κάνω δουλείες. Δε λέω ότι δεν μ’ άρεσαν αλλά να, μετά από λίγες μέρες βαρέθηκα και προσπαθούσα να μην κάνω δουλείες, αλλά αυτός πάλι με έβαζε. Και ‘γω άμα δεν ήθελα να κάνω, έκανα τον κοιμισμένο, και μετά έβαζε την μάνα μου να κάνει τις δουλειές.

Όταν δεν έκανα δουλειές, και δεν έκανα τον κοιμισμένο, έβλεπα ένα σίριαλ στο ντιβιντι. Το έλεγαν εξ-φάιλς. Ήταν παλιό έργο, αλλά όταν το έδειχνε στην τηλεόραση ήμουνα μικρός και το είχε και αργά και δεν μπορούσα να το δω, γιατί νύσταζα και με έπαιρνε ο ύπνος. Είχε κάτι επεισόδια με σκοτωμούς, αλλά και κάτι άλλα που έρχονταν λέει κάτι εξωγήινοι, εδώ πέρα, για να μας κάνουν διάφορα πειράματα, και μετά να μας κατακτήσουν τον κόσμο. Δεν ξέρω τι έγινε τελικά στο τέλος, γιατί, να, άρχισαν πάλι τα σχολεία και σταμάτησα να το βλέπω. Θα το ξαναρχίσω μετά, και θα γράψω το τέλος, σε άλλο σκέφτομαι και γράφω.

Επίσης τον Αύγουστο, διάβαζα κιόλας. Το σχολείο που πάω είναι πολύ δύσκολο, και άμα δεν διαβάζεις, δεν σε περνάνε την τάξη. Είναι σαν το δημοτικό, μόνο που έχει 2 τάξεις. Αλλά κάθε τάξη δεν κρατάει ένα χρόνο. Κρατάει πιο πολύ. Άσε και που 3 φορές το χρόνο μας βάζουν να γράφουμε και διαγωνίσματα, που είναι και πολύ δύσκολα, και όλος ο κόσμος έχει άγχος, και νευριάζει εύκολα, και γω να, φοβάμαι τους νευριασμένους που φωνάζουν, μην με χτυπήσουν, και πάω στο νοσοκομείο, και πεθάνω.

Να κυρία, λοιπών, έτσι πέρασα το καλοκαίρι μου. Ήταν πολύ ωραίο, αλλά βαρέθηκα. Μέχρι που έφτασα να θέλω να ξαναρχίσουν τα σχολεία...»