Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

THE GOOD(?)BYE

Και πάντα έρχεται αυτή η στιγμή...

Είχε ξαναγίνει πολλές φορές. Μόνο μία όμως ήταν τόσο δύσκολο. Ήταν το κλειστό παντζούρι που έφταιγε; Ήταν η κρύα, μουντή και προχειροβαμένη σκαλωσιά; Ήταν ο βαθύς και σκοτεινός διάδρομος; Ήταν το θρόισμα των φύλλων στο απαλό φύσημα του αέρα; Ήταν το σχεδόν λευκό σημειωματάριο του; Ήταν το παλιό βιβλίο με τις κιτρινισμένες σελίδες; Ήταν το βραχνιασμένο ηχείο του σιδηροδρομικού σταθμού που έλεγε “Η αμαξοστοιχία 591 με προορισμό Πλατύ-Κατερίνη-Λάρισα-Καρδίτσα-Τρίκαλα-Καλαμπάκα αναχωρεί από την πλατφόρμα τρία σε πέντε λεπτά”; Ή μήπως ήταν τελικά αυτό που τόσο καιρό κρατούσε μέσα του;

Ο καπνός που ρουφούσε μέσα στα πνευμόνια του δεν μπορούσε να αποτρέψει την εκδήλωση αυτού του αισθήματος του αποχωρισμού. Ήθελε να κλάψει. Ή μήπως δεν θα βοηθούσε; Ήθελε να βρίσει. Ή μήπως δεν θα βοηθούσε; Ήθελε να χτυπήσει κάτι, κάποιον, οτιδήποτε. Ή μήπως δεν θα βοηθούσε;

Είχε φτάσει στα όρια της κατάθλιψης άλλη μια φορά. Ήθελε να το αποφύγει. Ή μάλλον καλύτερα, ήθελε να το αποφύγει; Ίσως η όλη κατάσταση τον οδηγούσε κάπου που θα μπορούσε να βγάλει κάποια άκρη. Θα έλυνε το πρόβλημά του μια για πάντα. Ή μήπως θα έδινε απλά μια παράταση;

Η γεμάτη ρούχα βαλίτσα δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος του –καθόταν πάνω της. Όχι δεν ήταν υπέρβαρος, απλά το κορμί του το βάραινε ο αποχωρισμός. Καθώς τα βλέφαρά του έπεφταν, ακούσια, για να υγράνουν τα ξερά μάτια του, απ’ ο μυαλό του πέρασαν οι δύο προηγούμενες ώρες. Μέσα σε μια στιγμή, δυο ώρες!

Είδε, τον εαυτό του να περπατάει στον βαθύ σκοτεινό διάδρομο. Να παίζει με τις φουσκωμένες μπογιές της σκαλωσιάς. Να γλιστράει σε μια σκάλα με δυο σκαλιά μόνο. Να κοιτάζει ένα κομμάτι σελοτέιπ κολλημένο ατσούμπαλα στον μπλε τοίχο. Να ακούει το θρόισμα των φύλλων καθώς περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό. Να αισθάνεται την σόλα του παπουτσιού, που άφηνε στο πεζοδρόμιο περπατώντας. Να κοιτάει τις κιτρινισμένες σελίδες του βιβλίου, να το πετάει με μίσος στην βαλίτσα του και να κλίνει βίαια το φερμουάρ. Να σκέφτεται πως θα γεμίσει όλες αυτές τις λευκές σελίδες στο σημειωματάριο. Να κλείνει το παντζούρι, να ρίχνει μια τελευταία ματιά στα, γεμάτα ραγισματιές, πράσινα ξύλα του. Να στρέφει το κεφάλι του απ’ την άλλη και να κλείνει την πόρτα.

Τα βλέφαρά του είχαν κάνει την δουλεία τους. Τα μάτια του ήταν πλέον υγρά. Σηκώθηκε απ την βαλίτσα του. Ένιωθε πιο ελαφρύς από πριν. Την άρπαξε με το ένα του χέρι. Ανέβηκε στο τρένο. Ήταν εκεί ώρα τώρα αλλά δεν το είχε καταλάβει. Έκατσε κάπου μόνος, πήρε το σχεδόν λευκό σημειωματάριο και άρχισε να το γεμίζει.

Όλα τα προηγούμενα είχαν χαραχθεί στο μυαλό του. Φοβήθηκε μήπως τα ξεχάσει, αλλά δεν τα ζωγράφισε κάπου. Ίσως να ήθελε να τα ξεχάσει. Ίσως και να άφηνε τον χρόνο να αποφασίσει για την μοίρα των σκέψεων του!

Σήμερα, κάμποσα χρόνια μετά, βρίσκονται ακόμα εκεί. Στην ίδια γωνιά του μυαλού του. Ακόμα θυμάται μέχρι και την βαθιά σχισμή, που είχε χαλάσει ακόμα και το πράσινο χρώμα, στο δεξιό φύλλο του παντζουριού. Ακόμα και αυτό!




Το παραπάνω αποτελεί συλλογή σκέψεων αλλά και γεγονότων. Θεωρήστε ότι θέλετε φανταστικό και ότι θέλετε πραγματικό... Θα είναι απόλυτα σωστό!

1 σχόλιο: